Πόκερ με «ουρές» στον Περσικό Κόλπο

Γιώργος Λυκοκάπης8490


 Από το 1948 με την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ, η Μέση Ανατολή φλέγονταν από την αναμέτρηση Αράβων-Ισραηλινών. Υπήρχαν, όμως, και οι ενδοαραβικές αντιθέσεις, όπως η σύγκρουση μεταξύ των τότε πανίσχυρων παναραβικών, εθνικιστικών καθεστώτων με τις συντηρητικές σουνιτικές μοναρχίες. Αυτό είχε συμβεί στον εμφύλιο πόλεμο της Υεμένης την δεκαετία του 1960. Ήταν ένας «πόλεμος μέσω αντιπροσώπων», μεταξύ του στρατιωτικού, νασερικού καθεστώτος της Αιγύπτου και της μοναρχίας της Σαουδικής Αραβίας.

Ο Νάσερ απέτυχε στην Υεμένη, ηττήθηκε ταπεινωτικά από το Ισραήλ στον «Πόλεμο των έξι ημερών» και το οριστικό τέλος της κληρονομίας του ήρθε το 1978. Τότε, ο διάδοχος του, ο Ανουάρ Σαντάτ υπέγραψε την συνθήκη του Καμπ Ντέϊβιντ, με την οποία η Αίγυπτος υπήρξε η πρώτη αραβική χώρα που αναγνώριζε το Ισραήλ. Αυτό είχε ως συνέπεια την αποπομπή της από τον Αραβικό Σύνδεσμο

Η Αίγυπτος παρέμεινε σύμμαχος της Δύσης ακόμα και μετά την δολοφονία του Σαντάτ από φανατικούς ισλαμιστές. Ήταν η αρχή του τέλους για τον παναραβισμό, καθώς ούτε η Λιβύη του συνταγματάρχη Καντάφι, ούτε οι μπααθιστές της Συρίας μπορούσαν να καλύψουν το κενό που άφησε η ιστορική αλλαγή στάσης της Αιγύπτου. Οι Άραβες μονάρχες μπορούσαν να βασιλεύουν ήσυχα.

Η «επιστροφή» των σιιτών

Ένας άλλος όμως εχθρός απείλησε την εξουσία τους. Ήταν πιο επικίνδυνος από το Ισραήλ και τους εθνικιστές στρατιωτικούς κινηματίες. Ήταν η σιιτική ισλαμική επανάσταση του Αγιοτολάχ Χομεϊνί που ανέτρεψε τον Σάχη το 1979, γεγονός που για την Μέση Ανατολή είναι εφάμιλλο με την επανάσταση των μπολσεβίκων στη Ρωσία.

Για πρώτη φορά στον ισλαμικό κόσμο από την ίδρυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας οι σιίτες έρχονται δυναμικά στο προσκήνιο. Οι καταπιεζόμενοι σιιτικοί πληθυσμοί των αραβικών μοναρχιών ήταν σε αναβρασμό. Τότε, οι μονάρχες, χωρίς δεύτερη σκέψη, υιοθέτησαν την αρχή «ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου». Στήριξαν το μπααθικό καθεστώς του (σουνίτη) Ιρακινού δικτάτορα Σαντάμ Χουσεϊν στον πολυετή αιματηρό πόλεμο που είχε εξαπολύσει εναντίον του Ιράν, την δεκαετία του 1980.

Μετά τον πόλεμο αυτό, ο Σαντάμ έκανε το λάθος να υποτιμήσει τις διεθνείς και τις αραβικές αντιδράσεις και τον Αύγουστο του 1990 να καταλάβει στρατιωτικά και να προσαρτήσει δια της βίας το πριγκιπάτο του Κουβέιτ, με το οποίο είχε σημαντικές διαφορές. Η παγκόσμια κοινότητα συνασπίστηκε εναντίον του, ακόμα και ο ηγέτης του μπααθικού καθεστώτος Στη Συρία Χαφέζ Άσαντ, ο πατέρας του Μπασάρ.

Ο βασιλιάς της Σαουδικής Αραβίας αρνήθηκε την πρόταση ενός παλιού ισλαμιστή βετεράνου του πολέμου του Αφγανιστάν για στρατολόγηση μουτζαχεντίν κατά του «άπιστου» Σαντάμ και προτίμησε να καλωσορίσει τις βάσεις των Αμερικάνων πεζοναυτών στην περιοχή για να αντιμετωπίσουν τον «Χασάπη της Βαγδάτης». Για την ιστορία, ο βετεράνος ισλαμιστής μαχητής ήταν ο Οσάμα Μπιν Λάντεν.

Ακολούθησε ο Πρώτος Πόλεμος του Κόλπου το 1991 και η παγκόσμια απομόνωση του Ιράκ. Οι αραβικές μοναρχίες έβλεπαν στο πρόσωπο του Σαντάμ Χουσεϊν ένα νέο «Νάσερ» που απειλούσε την εξουσία τους, παρόλο που ο Ιρακινός δικτάτορας δεν είχε ούτε το χάρισμα, ούτε το λαϊκό έρεισμα του Αιγύπτιου «Ράις».

Η στοχοποίηση του Κατάρ

Σήμερα, στην παγκόσμια επικαιρότητα κυριαρχεί ο «ψυχρός πόλεμος» των σημαντικότερων αραβικών κρατών με το Κατάρ. Για πρώτη φορά στην ιστορία της νεότερης Μέσης Ανατολής, ένα σουνιτικό, φιλοδυτικό εμιράτο του Κόλπου, αντιμετωπίζεται από την Αίγυπτο και την Σαουδική Αραβία σαν «κράτος παρίας», όπως είχε περίπου αντιμετωπισθεί η Λιβύη την δεκαετία του 1980.

Το Κατάρ δεν έχει καμία απολύτως σχέση με τα καθεστώτα του αραβικού εθνικισμού, που ήταν «κόκκινο πανί» για τη Σαουδική Αραβία τις προηγούμενες δεκαετίες. Είναι μία ακραία συντηρητική-αντιδραστική μοναρχία που φιλοξενεί την μεγαλύτερη αμερικάνικη στρατιωτική βάση στον Κόλπο και την Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ, που συντονίζει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις τους σε όλη την Μέση Ανατολή.

Το Κατάρ είναι δημοφιλέστατος τουριστικός προορισμός και τα πετροδολάρια του είναι περιζήτητα για επενδύσεις από όλον τον κόσμο. Είναι μέτοχος της Volkswagen, της Deutsche bank και έχει αγοράσει την δημοφιλή ομάδα Paris Saint Germain. Έχει αναλάβει την διοργάνωση του Μουντιάλ το 2022 και η πλειονότητα από τα δύο εκατομμύρια κατοίκους του είναι ξένοι που εργάζονται στις επιχειρήσεις της χώρας. Ανάμεσα τους είναι και 5000 Έλληνες.

Το Κατάρ έχει το επιτυχημένο τηλεοπτικό δίκτυο Al Jazeera, με παρουσία σε όλον τον κόσμο. Ο ίδιος ο Εμίρης του Κατάρ έρχονταν συχνά στα ελληνικά νησιά για διακοπές και το πολυτελέστατο κότερό του απασχολούσε το εγχώριο lifestyle.

Είναι το Κατάρ ο υποστηρικτής και χρηματοδότης της παγκόσμιας σουνιτικής τρομοκρατίας, όπως κατηγορείται; Είναι αληθές ότι στην κρίση της Συρίας το Κατάρ χρηματοδότησε τις  ακραίες τζιχαντιστικές οργανώσεις που πολέμησαν το καθεστώς Άσαντ, μεταξύ αυτών και το τοπικό παρακλάδι της Αλ Κάϊντα, την οργάνωση Αλ Νούσρα και το Ισλαμικό Κράτος. Το ίδιο και σε μεγαλύτερο βαθμό έχει κάνει όμως και η Σαουδική Αραβία, ο μεγαλύτερος χρηματοδότης όλων των οργανώσεων του ισλαμικού φονταμενταλισμού.

Ο «δάκτυλος»Τραμπ

Τα βαθύτερα αίτια πρέπει να αναζητηθούν στην πρόσφατη επίσκεψη του Προέδρου Τραμπ στην Σαουδική Αραβία και στις δηλώσεις του για «απομόνωση του Ιράν». Ο Τραμπ έκανε αυστηρές συστάσεις στη δυναστεία των Σαούντ, αλλά ενίσχυσε την συμμαχία μαζί τους υπό τον όρο ότι θα σταματήσουν με το μαχαίρι τις χρηματοδοτήσεις ισλαμικών οργανώσεων που υπάρχει υπόνοια ότι συνδέονται με την τρομοκρατία. Επίσης, απαίτησε και εξασφάλισε συμβόλαια που ξεπερνούν σε ύψος τα 100 δισ δολάρια.

Το Ιράν κατηγόρησε ευθέως την Σαουδική Αραβία ως υπεύθυνη για τις τρομοκρατικές επιθέσεις στο Κοινοβούλιο και στο μαυσωλείο του Χομεϊνί. Οι μνήμες είναι νωπές στην Τεχεράνη από την τρομοκρατική δραστηριότητα των «Μουτζαχεντίν του Λαού», μίας ισλαμομαρξιστικής οργάνωσης που είχε αιματοκυλίσει το Ιράν την δεκαετία του 1980, χωρίς να καταφέρει να ανατρέψει το ισλαμικό επαναστατικό καθεστώς.

Η Σαουδική Αραβία χαιρέτισε τις δηλώσεις Τραμπ εναντίον του Ιράν, καθώς θεωρεί κίνδυνο για την ασφάλεια της την άνοδο της επιρροής του ισχυρού του γείτονα. Εκμεταλλεύθηκε, μάλιστα, την ευκαιρία για να στοχοποιήσει το Κατάρ ως υποστηρικτή της ισλαμικής τρομοκρατίας.

Αυτό δεν είναι λάθος, αλλά η Ντόχα δεν έκανε περισσότερα από όσα το Ριάντ. Η Ντόχα, όμως, είναι το πρώτο σουνιτικό καθεστώς που είχε επιλέξει να διατηρεί ενεργειακούς, οικονομικούς και πολιτικούς δεσμούς με την Τεχεράνη. Κυρίως αυτούς πληρώνει τώρα.

Οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι

Ο δημοκρατικά εκλεγμένος πρόεδρος της Αιγύπτου Μόρσι, που ήταν στέλεχος του σουνιτικού κινήματος των Αδελφών Μουσουλμάνων, είχε προσπαθήσει να σπάσει την απομόνωση του Ιράν στον αραβικό κόσμο. Η πρωτοβουλία του είχε προκαλέσει την οργή του Ριάντ. Οι Σαουδάραβες υποστήριξαν το πραξικόπημα του στρατάρχη Σίσι που ανέτρεψε την κυβέρνηση των Αδελφών Μουσουλμάνων τον Ιούλιο του 2013, χωρίς να συγκινηθούν καθόλου από τα αιματηρά μέτρα καταστολής σε βάρος των μελών της Αδελφότητας.

Η έδρα των Αδελφών Μουσουλμάνων είναι στο Κατάρ και συχνά ηγετικά τους στελέχη δίνουν συνεντεύξεις στο Al Jazeera. Αυτό εξηγεί την στάση της Αιγύπτου που έφτασε στο σημείο να απελάσει τον πρέσβη του Κατάρ από την χώρα. Η σημερινή κυβέρνηση θεωρεί το εμιράτο «ηθικό αυτουργό» των τρομοκρατικών επιθέσεων που έχουν αιματοκυλίσει την Αίγυπτο το τελευταίο διάστημα.

Στο ίδιο μήκος κύματος και η Ιορδανία, η άλλη χώρα του αραβικού κόσμου που έχει διπλωματικές σχέσεις με το Ισραήλ και ισχυρή παρουσία των Αδελφών Μουσουλμάνων στο εσωτερικό της. Το Αμμάν υποβάθμισε τις διπλωματικές σχέσεις του με το εμιράτο. Το Κατάρ δεν στηρίζει μόνο τους Αδελφούς Μουσουλμάνους, αλλά και την παλαιστινιακή οργάνωση Χαμάς, που κυβερνάει τη Λωρίδα της Γάζας. Αυτό εξηγεί τον ενθουσιασμό του Ισραήλ για τις τελευταίες εξελίξεις.

Business as usual

Όταν η Σαουδική Αραβία βομβαρδίζει του σιίτες αντάρτες στην Υεμένη και στέλνει στρατό στην σουνιτική μοναρχία του Μπαχρέϊν για να βοηθήσει στην καταστολή της εξέγερσης του σιιτικού πληθυσμού του βασιλείου, για την οικογένεια των Σαούντ είναι αδιανόητο η Ντόχα να κάνει με την Τεχεράνη «business aς usual», πατώντας σε δύο βάρκες. Το Κατάρ παίζει στην περιοχή το ίδιο παιχνίδι με τον Τούρκο πρόεδρο Ερντογάν, με τον οποίον οι εμίρηδες Αλ Θάνι διατηρούν στενότατες σχέσεις.

Αυτός είναι ο λόγος που η Άγκυρα στηρίζει το Κατάρ στην τωρινή κρίση, στέλνοντας μέχρι και στρατιωτικές δυνάμεις στην βάση που διατηρεί η Τουρκία στο εμιράτο. Η Τουρκία δεν είναι αραβική χώρα και ως εκ τούτου η θέση της δεν έχει την ίδια βαρύτητα στην περιοχή με τη βαρύτητα που έχει η Αίγυπτος και η Σαουδική Αραβία. Είναι γνωστό ότι ο πρόεδρος Σίσι δεν θέλει ούτε «ζωγραφιστό» να βλέπει τον Ερντογάν.

Η Άγκυρα βλέπει έντρομη τους Κούρδους της Συρίας να ενισχύονται στρατιωτικά από τον Αμερικανό πρόεδρο, και τους Κούρδους του Ιράκ να αποφασίζουν δημοψήφισμα για την απόσχιση τους. Όπως και το Κατάρ, η Τουρκία του Ερντογάν έχει καλές σχέσεις με τη Χαμάς, με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα και επιδιώκει ένα modus vivendi με το Ιράν.

Αν και στις πρώτες του δηλώσεις ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών συνέστησε «διάλογο και αυτοσυγκράτηση» ο πρόεδρος Τραμπ επιβεβαίωσε με δηλώσεις του ότι η απομόνωση του Κατάρ σχεδιάστηκε στην πρόσφατη επίσκεψη του στην Σαουδική Αραβία. Ήταν προφανές και πριν τις δηλώσεις του. Ήταν αδύνατον οι αραβικές χώρες να κινήθηκαν μονομερώς, χωρίς να είχαν την έγκριση του Λευκού Οίκου.

Ίσως το ζήτημα του Κατάρ κρύβει και άλλες πτυχές που εξηγούν την στάση του Αμερικανού προέδρου. Το γεγονός ότι το εμιράτο είναι ο μεγαλύτερος μέτοχος της Volkswagen, σε συνδυασμό με τις δηλώσεις Τραμπ ότι «οι Γερμανοί είναι κακοί άνθρωποι, πουλούν πολλά αυτοκίνητα στις ΗΠΑ» μοιάζει να μας αποκαλύπτει και μία πρόσθετη πτυχή της νέας αυτής ενδοαραβικής διένεξης.

bookmark icon