Η στροφή του Ανδρέα για το ΝΑΤΟ-το απόρρητο αμερικανικό τηλεγράφημα

Αλέξανδρος Τάρκας465


Απόρρητο τηλεγράφημα της Αμερικανικής Πρεσβείας της Αθήνας, που αποχαρακτηρίστηκε πρόσφατα από τη διαβάθμισή του στο πλαίσιο της γνωστής “Πράξης για την Ελευθερία της Πληροφόρησης” (Freedom of Information Act), αποκαλύπτει ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε δώσει διαβεβαιώσεις στις ΗΠΑ, τρεις περίπου μήνες μετά την άνοδό του στην εξουσία, πως θα διατηρήσει τη χώρα στο δυτικό συνασπισμό και πως δεν είχε πρόθεση απομάκρυνσης των ξένων στρατιωτικών βάσεων από το ελληνικό έδαφος.

Αν και ο Παπανδρέου εξακολουθούσε –συνειδητά- να διατηρεί ερωτηματικά ως προς πτυχές της στρατηγικής του, η πολιτική και ιστορική σημασία του συγκεκριμένου τηλεγραφήματος (με ημερομηνία 14 Ιανουαρίου 1982) είναι μεγάλη. Αποτελεί το πρώτο, συγκεκριμένο και γραπτό στοιχείο για τις αφανείς συνεννοήσεις του ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ και τότε Πρωθυπουργού με την Ουάσιγκτον σε μια εποχή που πολλοί, εντός και εκτός Ελλάδος, ανησυχούσαν για την προσήλωσή του στις αρχές της Δύσης.

Προς κατανόηση του ιστορικού πλαισίου της εποχής πρέπει να υπενθυμιστούν η αρνητική στάση του Ανδρέα Παπανδρέου στην επανένταξη της Ελλάδας στο στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ τον Οκτώβριο του 1980, καθώς και η συνθηματολογία με έμφαση στα «ΕΟΚ και  ΝΑΤΟ το ίδιο Συνδικάτο» και «Έξω οι Βάσεις» επί σειρά ετών μέχρι τις εκλογές του Οκτωβρίου του 1981 και τη νίκη του ΠΑΣΟΚ με 48%. Όπως και μετεκλογικά, ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε κινηθεί στην ίδια περίπου γραμμή κατά τη γνωστή συνέντευξή του στο αμερικανικό ABC (με τεράστια απήχηση σε μια εποχή προ ιδιωτικής και δορυφορικής τηλεόρασης) και κυρίως με τη μη ευθυγράμμιση της Ελλάδας με τους άλλους συμμάχους του ΝΑΤΟ στην πολιτική κατά του καθεστώτος του στρατηγού Γιαρουζέλσκι στην Πολωνία, τον Δεκέμβριο του 1981. Όλα αυτά συνέβαιναν στην εποχή της κορύφωσης του Ψυχρού Πολέμου και με τη βαρύτητα της Ελλάδας μεγάλη στο τότε ΝΑΤΟ των μόλις 16 μελών και την τότε ΕΟΚ των μόλις 10 μελών.

Οι σχέσεις Ελλάδας-ΗΠΑ και οι συνεννοήσεις Παπανδρέου-Ουάσιγκτον επηρεάζονταν σε μεγάλο βαθμό από την παρουσία ως πρεσβευτή στην Αθήνα του Μόντιγκλ Στέρνς. Ο Αμερικανός διπλωμάτης είχε υπηρετήσει στο πολιτικό τμήμα της Αμερικανικής Πρεσβείας της Αθήνας το 1950-52 και το 1959-63, καθώς και κατά τη δεκαετία του 1960. Συνδέθηκε στενά με τον τότε καθηγητή και ανερχόμενο πολιτικό Ανδρέα Παπανδρέου, με τον οποίο αλληλογραφούσε στα χρόνια που ακολούθησαν. Γι’ αυτό και κρίθηκε ως ο πιο κατάλληλος να τοποθετηθεί στο πόστο της Αθήνας το καλοκαίρι του 1981, όταν πια ήταν σαφές ότι το ΠΑΣΟΚ θα κέρδιζε τις επικείμενες εκλογές, καθώς ο Λευκός Οίκος, επί προεδρίας Ρόναλντ Ρέιγκαν, και το Στέητ Ντηπάρτμεντ, με επικεφαλής τoν Αλεξάντερ Χαίηγκ, αναζητούσαν το κατάλληλο κανάλι και πρόσωπο επικοινωνίας με τον Ανδρέα Παπανδρέου.

Από την πλευρά του, και ο τότε πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ γνώριζε ότι όσο «πολυδιάστατη» -όπως δήλωνε- κι αν ήταν η εξωτερική πολιτική που θα ακολουθούσε, δεν θα μπορούσε να αγνοήσει την αμερικανική υπερδύναμη και μάλιστα στην εποχή κορύφωσης του Ψυχρού Πολέμου. Ίσως το σημαντικότερο για τον Ανδρέα Παπανδρέου να ήταν η εξασφάλιση ότι όσα θα έλεγε, δημόσια ή εμπιστευτικά, θα μεταφέρονταν με ακρίβεια και χωρίς διαστροφή των λόγων και προθέσεών του στην καχύποπτη Ουάσιγκτον. Άλλωστε, όπως προκύπτει από τα αποχαρακτηρισμένα τηλεγραφήματα του Ρόμπερτ Μακλόσκι, που υπηρέτησε ως πρέσβης στην Αθήνα από το 1978 ως το 1981, οι (εξ αμελείας ή σκόπιμες) παρανοήσεις ήταν αρκετές ακόμα και ως προς τα λεγόμενα από τους Κωνσταντίνο Καραμανλή, Γεώργιο Ράλλη και Κωνσταντίνο Μητσοτάκη. Η επιλογή του Στέρνς για το πόστο της Αθήνας και η έγκριση του διορισμού του από την αρμόδια επιτροπή του Κογκρέσου έγινε τον Αύγουστο του 1981, δηλαδή λίγο πριν από την εκλογική νίκη του ΠΑΣΟΚ.

Δημοσιεύουμε το πλήρες κείμενο του τηλεγραφήματος Στερνς μαζί με δικά μας σχόλια για την καλύτερη ερμηνεία της πολιτικής και διπλωματικής πραγματικότητας εκείνων των ετών. Σημειώνεται ότι, αμέσως μετά τη λήψη του τηλεγραφήματος από την Αθήνα με την ένδειξη «άμεσο», το γραφείο του υπουργού Εξωτερικών Αλεξάντερ Χέιγκ το κοινοποιεί στις πρεσβείες των ΗΠΑ στην Άγκυρα και στη Λευκωσία, καθώς και στη Μόνιμη Αντιπροσωπεία στο ΝΑΤΟ με την ένδειξη «κατά προτεραιότητα» λόγω της σημασίας των συζητηθέντων.

 

Το πλήρες κείμενο

ΑΠΟΡΡΗΤΟ

14 Ιανουαρίου 1982 – ώρα 18.08

ΑΠΟ: ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΠΡΕΣΒΕΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

ΠΡΟΣ: ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ, ΟΥΑΣΙΓΚΤΟΝ – ΑΜΕΣΟ

ΑΠΟΡΡΗΤΟ – ΑΘΗΝΑ – (ΑΡΙΘΜΟΣ ΣΗΜΑΤΟΣ) 00679

ΘΕΜΑ: ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΠΡΕΣΒΗ ΜΕ ΤΟΝ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟ

ΑΠΟΡΡΗΤΟ – ολόκληρο το κείμενο)

ΕΝΑΡΞΗ ΠΕΡΙΛΗΨΗΣ: Σε μια ιδιωτική συζήτηση μαζί μου σήμερα, ο πρωθυπουργός Παπανδρέου ανέφερε ότι η Ελλάδα θέλει να παραμείνει στη Δυτική Συμμαχία. Η μορφή της σύνδεσης της Ελλάδας με το ΝΑΤΟ θα είναι αντικείμενο διαπραγμάτευσης, αλλά όχι το γεγονός. Παρά τις ελληνικές επιφυλάξεις για ορισμένες προβλέψεις του ανακοινωθέντος του Βορειοατλαντικού Συμβουλίου για την Πολωνία, ο Παπανδρέου υπογράμμισε πως η κυβέρνησή του συμφώνησε με τους δυτικούς εταίρους της σχετικά με το τι είχε συμβεί στην Πολωνία και ποιος ήταν υπεύθυνος. Αυτές οι προσπάθειες αποκάλυψαν τη χρεωκοπία του σοβιετικού συστήματος. Είπα στον Παπανδρέου ότι ήταν σημαντικό για τον ίδιο να καταστήσει αυτά τα σημεία δημόσια [γνωστά], όπως τα έκανε και ιδιωτικά. Αναφερόμενος στις διαπραγματεύσεις για τη Συμφωνία Αμυντικής και Οικονομικής Συνεργασίας (DECΑ), είπε ότι ήθελε να αναβάλει την επανάληψή τους για λίγο περισσότερο και υπέθεσε ότι οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να συμφωνήσουν, «αφού η συμφωνία του 1953 παραμένει σε ισχύ». Ο Πρωθυπουργός δεν έδωσε συνέχεια στις βολιδοσκοπήσεις, νωρίτερα, του Προέδρου Καραμανλή για μια επίσκεψη του υπουργού Εξωτερικών Χέιγκ στην Αθήνα. Αυτό, υποθέτω, θα μπορούσε να γίνει ξεχωριστά είτε στην Αθήνα είτε από τον πρέσβη Καρανδρέα στην Ουάσιγκτον. ΤΕΛΟΣ ΠΕΡΙΛΗΨΗΣ

1/ Συναντήθηκα σήμερα (14 Ιανουαρίου) για μία ώρα με τον πρωθυπουργό Παπανδρέου στο γραφείο του. Κανείς άλλος δεν ήταν παρών. Ο Παπανδρέου είχε κανονίσει τη συνάντηση αυτή τηλεφωνικά, μετά από μία κλήση που είχα λάβει από τον πολιτικό σύμβουλο του Προέδρου Καραμανλή, πρέσβη Πέτρο Μολυβιάτη, ο οποίος μου είπε ότι είχε ενημερώσει τον Παπανδρέου σχετικά με τη συνομιλία μου, της 11ης Ιανουαρίου, με τον Καραμανλή (βλ. σχετικό τηλεγράφημα) και ότι ο Παπανδρέου θα δώσει συνέχεια, απευθείας, μαζί μου.

[ΣΧΟΛΙΟ: Η αναφορά στη συνάντηση με τον Κων. Καραμανλή και κυρίως στην ενημέρωση του Πρωθυπουργού από τον πρέσβη Πέτρο Μολυβιάτη καταρρίπτει τις θεωρίες που προβάλλονταν επί σειρά ετών από τον χώρο του ΠΑΣΟΚ ότι ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας δήθεν υπονόμευε τη νεοεκλεγμένη κυβέρνηση και την εξωτερική πολιτική της. Ασφαλώς και ο Κων. Καραμανλής, με ευρείες προεδρικές αρμοδιότητες βάσει του μη αναθεωρημένου ακόμα (το 1982) Συντάγματος του 1975, ανησυχούσε για τις αντιδυτικές εξάρσεις του Ανδρέα Παπανδρέου και τα προβλήματα στις σχέσεις με τους συμμάχους στο ΝΑΤΟ και τους εταίρους στην Ε.Ε., αλλά αποδεικνύεται ότι έπραττε το καλύτερο δυνατόν.]

Αν και καθόλη τη διάρκεια της, σε χαλαρό κλίμα και μάλλον φλύαρης, συνομιλίας μας συνεχώς ανέμενα ο Παπανδρέου να εγείρει το ζήτημα μιας επίσκεψης του υπουργού Εξωτερικών Χέιγκ στην Ελλάδα -ή ίσως να αναφέρει για πρώτη φορά την ιδέα μιας επίσκεψης του ιδίου στην Ουάσιγκτον- δεν το έπραξε. Μπορώ μόνο να συμπεράνω από αυτό ότι είτε εξετάζει ακόμα το θέμα είτε ότι θα εγερθεί από τον πρέσβη Καρανδρέα στην Ουάσιγκτον.

[ΣΧΟΛΙΟ: ο πρέσβης Νικόλαος Καρανδρέας είχε αναλάβει καθήκοντα στην Ουάσιγκτον μία ημέρα νωρίτερα, στις 13 Ιανουαρίου 1982, προερχόμενος από την Ελληνική Πρεσβεία Βέρνης, όπου είχε μετατεθεί το καλοκαίρι του 1981. Διαδέχθηκε στην Ουάσιγκτον τον πρέσβη Ιωάννη Τζούνη που έλαβε υπηρεσιακή εντολή επιστροφής στην Αθήνα στα μέσα Νοεμβρίου 1981, λίγες εβδομάδες μετά την εκλογική νίκη του ΠΑΣΟΚ. Ο Τζούνης θεωρείτο στενά συνδεόμενος με τη ΝΔ, με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κων. Καραμανλή και κυρίως με τον Κων. Μητσοτάκη, που είχε διατελέσει υπουργός Εξωτερικών το 1980-81 και μόλις είχε οριστεί από τον Ευ. Αβέρωφ κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της ΝΔ μαζί με τον αείμνηστο Κωστή Στεφανόπουλο. Ο πρέσβης Καρανδρέας παραιτήθηκε, για προσωπικούς λόγους τον Ιούλιο του 1983 και τον διαδέχθηκε, τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, ο πρέσβης Γεώργιος Παπούλιας].

Ο Πρωθυπουργός άρχισε τη συνομιλία, παραπονούμενος ότι δεν είχε κανέναν που θα μπορούσε να μιλήσει για λογαριασμό του για την ελληνική εξωτερική πολιτική. Υπάρχει, φυσικά, ο υπουργός Εξωτερικών Χαραλαμπόπουλος, αλλά υπάρχουν «θεσμικά» προβλήματα στο υπουργείο Εξωτερικών που το καθιστούν αναποτελεσματικό ως εργαλείο εξωτερικής πολιτικής. Χρειάζεται κάτι σαν το Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας, αλλά δεν είναι βέβαιος ότι αυτό θα ήταν εφικτό στο ελληνικό σύστημα. Ίσως η έλλειψη καλής οργανωτικής υποστήριξης συνέβαλε σ’ αυτό που ο Παπανδρέου κατάλαβε σαν εντύπωσή μου ότι η εξωτερική πολιτική του δεν είχε διατυπωθεί με ευκρίνεια.

[ΣΧΟΛΙΟ: η μάλλον μειωτική αναφορά στον Ιωάννη Χαραλαμπόπουλο επιβεβαιώνει την πολιτική εκτίμηση της εποχής ότι δεν είχε βαρύνοντα ρόλο στο χαρτοφυλάκιο του υπουργείου Εξωτερικών από το 1981 ως το 1985, οπότε και
«μετετέθη» στο υπουργείο Εθνικής Άμυνας, όπου είχε επιτυχή θητεία μέχρι το 1989. Επίσης, η αναφορά στην ιδέα του Αν. Παπανδρέου περί ίδρυσης, στην Ελλάδα, οργάνου ανάλογου του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας των ΗΠΑ δείχνει ότι ο τότε Πρωθυπουργός είχε αντίληψη των ελλείψεων των κρατικών δομών και διορατικότητα για τις αυξημένες ανάγκες των επόμενων ετών. Τελικά, το καλοκαίρι του 1985, προχώρησε στην ίδρυση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Εξωτερικών και Άμυνας, του γνωστού ΚΥΣΕΑ, ως ένα πρώτο βήμα προόδου, αλλά το μέγα ερώτημα είναι, γιατί κανένας Πρωθυπουργός δεν θεσμοθετεί το –τόσο αναγκαίο- Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας τόσα χρόνια μετά σε έναν κόσμο που τόσο έχει αλλάξει.]

Είπα, μιλώντας ειλικρινά, ότι μου φαίνεται ότι υπάρχουν δύο προβλήματα. Το πρώτο πρόβλημα ήταν ότι υπήρχαν αντιφάσεις στον τρόπο που η ελληνική πολιτική επί βασικών ζητημάτων, όπως η Πολωνία, εξηγείται από διαφορετικούς εκπροσώπους της ελληνικής κυβέρνησης σε διαφορετικούς χρόνους. Το δεύτερο πρόβλημα ήταν ότι ήταν προφανές για μένα, όπως και σε άλλους ξένους διπλωμάτες στην Αθήνα, ότι το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών είχε χάσει εντελώς το ηθικό του [Σημείωση μεταφραστή: χρησιμοποιείται ο όρος «demoralized», ο οποίος θα μπορούσε να αποδώσει και την έννοια ότι το υπουργείο Εξωτερικών «αποθαρρυνόταν» να εκφράσει την άποψή του, ή να αναμιχθεί ενεργά]. Ίσως αυτά τα δύο προβλήματα να ήταν συγγενή και να μπορούσαν να λυθούν με τον ίδιο τρόπο.

[ΣΧΟΛΙΟ: ο στρατιωτικός νόμος επεβλήθη στην Πολωνία στις 13 Δεκεμβρίου 1981 μετά από περίπου ενάμισι χρόνο με ταραχές και διαδηλώσεις του συνδικάτου «Αλληλεγγύη» και ενώ εμφανιζόταν ως πολύ πιθανή η εισβολή του στρατού της ΕΣΣΔ. Οι ΗΠΑ επέβαλλαν οικονομικές κυρώσεις σταδιακά με διάφορες αποφάσεις από τις 24 Δεκεμβρίου 1981 μέχρι τις 22 Ιουνίου 1982, ενώ το μείζον θέμα στο ΝΑΤΟ ήταν η ενίσχυση των πυρηνικών μέσων αποτροπής. Αρκετά ευρωπαϊκά μέλη του ΝΑΤΟ, όπως η Βρετανία επί Μ. Θάτσερ, διαφωνούσαν με τις εμπορικές κυρώσεις λόγω απωλειών συμβολαίων εταιριών τους, ενώ διχογνωμίες υπήρχαν και στην ΕΟΚ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η «απόλυση» από τον Ανδρέα Παπανδρέου του υφυπουργού Εξωτερικών Ασημάκη Φωτήλα, καθώς επέστρεφε αεροπορικώς από Συμβούλιο Γενικών Υποθέσεων της ΕΟΚ στις Βρυξέλλες. Ο υφυπουργός Εξωτερικών είχε συνυπογράψει μια σκληρή δήλωση της ΕΟΚ, προκαλώντας την οργή του Πρωθυπουργού που τον απέπεμψε, πριν προσγειωθεί στο αεροδρόμιο του Ελληνικού το βράδυ της 3ης Ιανουαρίου 1982.]

Ο Πρωθυπουργός με ρώτησε τι εννοούσα, λέγοντας ότι το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών έχει χάσει το ηθικό του. Είχαν παραπονεθεί σε εμένα Έλληνες αξιωματούχοι; Απάντησα αρνητικά, αλλά είπα ότι οι ξένοι διπλωμάτες στην Αθήνα ήταν σχεδόν ομόφωνοι στο ότι τα υπηρεσιακά στελέχη δεν  ενημερώνονται από την ελληνική κυβέρνηση για το ποιές είναι οι πολιτικές και οι στόχοι της. Ως αποτέλεσμα, οι Έλληνες αξιωματούχοι ήταν διστακτικοί ως προς τη διατύπωση οποιασδήποτε γνώμης απολύτως. Η απάντησή τους στις ερωτήσεις ήταν να παραπέμπουν πάντα σε ανώτερη αρχή. Εάν αυτή η διαδικασία συνεχιστεί, ο Πρωθυπουργός θα βρει τον εαυτό του να πρέπει να απαντά σε κάθε ερώτηση προσωπικά.

Ο Παπανδρέου είπε ότι δεν ξέρει, πραγματικά, πολλούς Έλληνες διπλωμάτες και επομένως ήταν δύσκολο γι’ αυτόν να κρίνει ποιος ήταν αποτελεσματικός και ποιος όχι. Του πρότεινα ότι, αν και μπορεί να μην είναι πολλά μέλη του ΠΑΣΟΚ στο υπουργείο Εξωτερικών, υπάρχουν πολλοί πατριώτες Έλληνες που θα μπορούσαν να τον βοηθήσουν να ασκήσει την ελληνική εξωτερική πολιτική, αν καταλάβαιναν ποια ήταν και αν πείθονταν ότι η νέα κυβέρνηση είχε στην καρδιά της τα κάλλιστα συμφέροντα της Ελλάδας. Θυμήθηκα ότι περισσότεροι από έναν Αμερικανό πρόεδρο είχαν βρει χρήσιμο να ενημερώνουν οι ίδιοι τους ανώτερους αξιωματούχους του Στέητ Ντιπάρτμεντ ως μια ομάδα. Ίσως ο Πρωθυπουργός θα έπρεπε να συναντά τα στελέχη του υπουργείου Εξωτερικών, να τους εξηγεί τις πολιτικές του και να απαντά σε ερωτήσεις τους. Αυτή η ιδέα έδειξε να προκαλεί εντύπωση στον Παπανδρέου και είπε ότι θα τη σκεφτόταν περισσότερο.

[ΣΧΟΛΙΟ: όπως είναι γνωστό, ο Ανδρέα Παπανδρέου δεν «καταδέχτηκε» ποτέ να βρεθεί κοντά στα στελέχη του υπουργείου Εξωτερικών. Το κλίμα βελτιώθηκε μετά την ανάληψη καθηκόντων υπουργού Εξωτερικών από τον Κάρολο Παπούλια τον Ιούλιο του 1985, αν και οι δικές του κινήσεις υπονομεύονταν από τον καθημερινό τρόπο διοίκησης του αναπληρωτή υπουργού Θεόδωρου Πάγκαλου.]

Στη συνέχεια ρώτησε κατά πόσο έχω καταλάβει την εξωτερική πολιτική του. Για παράδειγμα, κατάλαβα ότι η Ελλάδα θα παρέμενε στη Δυτική Συμμαχία και δεν θα επεδίωκε να είναι αδέσμευτη μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων; Ρώτησα τον Παπανδρέου κατά πόσο εννοούσε ότι η Ελλάδα θα παρέμενε στη Δυτική Συμμαχία, ή απλά στο δυτικό στρατόπεδο. Είπε ότι εννοούσε τη Συμμαχία, αν και η μορφή που θα έπαιρνε αυτή η συμμετοχή παραμένει θέμα διαπραγμάτευσης. Υπάρχουν πολλά πιθανά μοντέλα. Το γαλλικό μοντέλο ήταν ένα και το νορβηγικό ένα άλλο. Στην πραγματικότητα ακόμα και η κυβέρνηση Καραμανλή είχε [ακολουθήσει πολιτική] εναλλακτικά εντός και εκτός της στρατιωτικής δομής [Σημείωση μεταφραστή: του στρατιωτικού σκέλους] του ΝΑΤΟ. Δεν ήταν στο σημείο να διευκρινίσει την ακριβή σχέση που προτιμά για την Ελλάδα με το ΝΑΤΟ, αλλά δήλωνε εμφατικά ότι η Ελλάδα ανήκει στη δυτική συμμαχία.

Είπα ότι αυτή η θέση ήταν διαφορετική από εκείνη του προγράμματος του ΠΑΣΟΚ. Ο Παπανδρέου το αρνήθηκε αυτό, λέγοντας ότι το πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ προσπάθησε να ορίσει τους απώτατους στόχους παρά [Σημείωση μεταφραστή: και όχι] τους στόχους που θα μπορούσαν να υλοποιηθούν σε σύντομο χρονικό διάστημα. Ακόμα κι έτσι, ισχυρίστηκε, η πλατφόρμα του ΠΑΣΟΚ δεν καλούσε για αποχώρηση από τη «Συμμαχία», αλλά
για αποχώρηση από το «ΝΑΤΟ», το οποίο προοριζόταν να αναφέρεται μόνο στο στρατιωτικό οργανισμό.

Είπα ότι κατά γενική ομολογία κανένας πολιτικός αρχηγός δεν θα πρέπει να καλείται να λογοδοτήσει για κάθε ασυνέπεια μεταξύ του προγράμματος και της πλατφόρμας του. Παρόλα αυτά, μου φάνηκε ότι οι ασυνέπειες ως προς τι μου έλεγε ο Παπανδρέου και τι έλεγαν τα συνθήματα της προεκλογικής εκστρατείας του ΠΑΣΟΚ, συνθήματα προς τον καθένα, απαιτούσαν κάποια προσπάθεια συμφιλίωσης αυτών των δύο. Η δουλειά μου, ως Πρέσβης, περιπλέκεται από το γεγονός ότι υπήρχαν σημαντικές διαφορές ανάμεσα στο τι ο Παπανδρέου δήλωνε ιδιωτικά και τι δημοσίως. Τον προέτρεψα για τη σημασία του να κάνει τον προσανατολισμό υπέρ της Δύσης ξεκάθαρο στο κοινό.

[ΣΧΟΛΙΟ: οι παραπάνω παράγραφοι μιλούν μόνες τους για τη στάση του Ανδρέα Παπανδρέου. Πλήρης άρνηση της πολιτικής των προηγούμενων ετών, ώστε να διασφαλιστεί ένα ικανοποιητικό επίπεδο σχέσεων με τις ΗΠΑ, αλλά και σκόπιμη διατήρηση ερωτηματικών για τις επόμενες επιμέρους κινήσεις του.]

Ο Παπανδρέου σημείωσε ότι αν και σε σχέση με την Πολωνία η Ελλάδα είχε επιφυλαχθεί να τοποθετηθεί σχετικά με τις κυρώσεις και την πρόταση του ανακοινωθέντος του Βορειοατλαντικού Συμβουλίου που χαρακτήριζε όλες τις ανατολικοευρωπαϊκές χώρες ως άκαμπτες και ολοκληρωτικές, η Ελλάδα είχε συνταχθεί με τα υπόλοιπα μέλη στο να καταδικαστεί το στρατιωτικό καθεστώς και να καταστούν οι Σοβιετικοί υπεύθυνοι για την καταστολή στην Πολωνία. Ίσως θα ήταν υποβοηθητικό για τις σχέσεις της Ελλάδας με τη Συμμαχία και, ειδικά με τις Ηνωμένες Πολιτείες, να μην είχε εκφράσει επιφυλάξεις γι’ αυτά τα σημεία. Ωστόσο, προσωπικά, δεν ήταν πεπεισμένος ότι οι κυρώσεις θα είχαν καμία επίπτωση στη σοβιετική συμπεριφορά (ιδίως όταν η ροή σιτηρών συνεχίζεται προς τη Σοβιετική Ένωση) και πιστεύει ότι η Ελλάδα, ως βαλκανική χώρα, θα πρέπει να ενθαρρύνει τις τάσεις φιλελευθεροποίησης στην Ανατολική Ευρώπη και όχι να βάζει μαζί όλα τα καθεστώτα σαν αντίγραφα-μινιατούρες της Σοβιετικής Ένωσης.

[ΣΧΟΛΙΟ: εκ των υστέρων και γνωρίζοντας τα γεγονότα που οδήγησαν στη διάλυση του Συμφώνου της Βαρσοβίας το 1989-90, ίσως η άποψη Παπανδρέου περί φιλελευθεροποίησης αποδεικνύεται ορθή, αλλά την περίοδο Δεκεμβρίου 1981-Ιανουαρίου 1982 δεν είχε σημειωθεί καμία διαφοροποίηση χώρας του Ανατολικού Μπλοκ και μάλιστα συναγωνίζονταν η μία την άλλη στην επίδειξη ακαμψίας στο θέμα της Πολωνίας! Επιπλέον, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η στάση του Έλληνα Πρωθυπουργού στο θέμα των κυρώσεων ενισχυόταν από τη  -δημόσια εκφρασμένη- άποψη του Γάλλου προέδρου Φρ. Μιτεράν ότι ήταν αντίθετος, επειδή θα έπλητταν περισσότερο τους απλούς πολίτες και λιγότερο το καθεστώς Γιαρουζέλσκι στην Πολωνία.]

Είπα ότι εμείς δεν έχουμε αυταπάτες ότι οι κυρώσεις θα κάνουν τη Σοβιετική Ένωση να γονατίσει, αλλά όντως πιστεύουμε ότι ήταν απαραίτητο να παράσχουμε απτές αποδείξεις της στήριξής μας στους Πολωνούς εργάτες και στον αγώνα τους για την ελευθερία. Ο Παπανδρέου παρενέβη για να πει ότι κατά τη γνώμη του οι Πολωνοί εργάτες της «Αλληλεγγύης» εκπροσωπούσαν τον «αληθινό» σοσιαλισμό. Επομένως, η δυτική υποστήριξη ήταν κάπως υποκριτική, αφού παρόμοια δράση από δυτικούς εργάτες θα θεωρείτο αδιάφορη από τις κυβερνήσεις τους. Είπα ότι μου φαίνεται λάθος να γίνεται προσπάθεια για έναν παραλληλισμό. Δεν υπάρχουν συνδικάτα [σαν την] «Αλληλεγγύη» στο δυτικό κόσμο, γιατί δεν υπάρχει καταστολή των εργατών από το κράτος.

[ΣΧΟΛΙΟ: ο Αν. Παπανδρέου δηλώνει συμπάθεια προς την «Αλληλεγγύη», αλλά θα είναι ο πρώτος Δυτικός ηγέτης που θα επισκεφθεί την Πολωνία, στηρίζοντας τον στρατηγό Γιαρουζέλσκι τον Φεβρουάριο του 1984, ενώ και ο Πολωνός δικτάτορας επισκέφθηκε την Αθήνα το Νοέμβριο του 1987. Πρέπει πάντως να σημειωθεί, χωρίς φυσικά διάθεση δικαιολόγησης του Γιαρουζέλσκι, ότι σειρά ιστορικών στοιχείων δείχνουν πως αν ο ίδιος δεν επέβαλε στρατιωτικό νόμο το 1981 τότε θα είχαν εισβάλει οι Σοβιετικοί στη χώρα του, όπως το 1956 στην Ουγγαρία και το 1968 στην Τσεχοσλοβακία]

Ο Πρωθυπουργός δεν αμφισβήτησε αυτό το σημείο άμεσα, αν και μίλησε για διαφορετική «ιστορική ανάπτυξη του συνδικαλιστικού κινήματος στην ανατολική και δυτική Ευρώπη». Συνέχισε, λέγοντας ότι εν πάση περιπτώσει δεν θα μπορούσε να υπάρξει καμία αμφιβολία ότι αυτό που συμβαίνει στην Πολωνία αποδεικνύει τη χρεωκοπία του σοβιετικού συστήματος. Είπα ξανά ότι, όπως γνώριζε, συμφωνούσα μαζί του σε αυτό το σημείο και ότι ήλπιζα ότι θα είχε την ευκαιρία να πει το ίδιο πράγμα δημόσια. Τίποτα [άλλο] δεν θα μπορούσε να έχει πιο ευεργετική επίδραση στις σχέσεις της Ελλάδας με τους δυτικούς συμμάχους της, συμπεριλαμβανομένων των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο Πρωθυπουργός είπε ότι κατανόησε τι συνιστούσα. Θα έπρεπε φυσικά να επιλέξει προσεκτικά τα λόγια του για το θέμα των σχέσεων Ανατολής-Δύσης, επειδή δεν μπορούσε να εκθέσει τον εαυτό του σε κατηγορίες ότι εγκαταλείπει τις αρχές του ΠΑΣΟΚ. Από την άλλη, δεν ήθελε να θεωρηθεί ασυνεπής ή αναξιόπιστος από τους συμμάχους της Ελλάδας.

Έπειτα, ο Παπανδρέου με ρώτησε κατά πόσο οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν ανυπομονησία να αρχίσουν οι διαπραγματεύσεις για τη Συμφωνία Αμυντικής και Οικονομικής Συνεργασίας (DECA) το συντομότερο δυνατόν. Απάντησα ότι η επιλογή του χρόνου ανήκει στην ελληνική κυβέρνηση και ήμαστε έτοιμοι να βρεθούμε μαζί τους στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, όποτε το επιθυμούν. Ο Πρωθυπουργός δήλωσε ότι προτιμά να καθυστερήσει λίγο περισσότερο. Δεν μπορούσε να πει ακόμα πότε η ελληνική κυβέρνηση θα πρότεινε την επανάληψη [των συνομιλιών], αλλά υπέθεσε ότι στο μεταξύ το status quo θα ήταν ικανοποιητικό για τις ΗΠΑ «αφού η συμφωνία του 1953 εξακολουθεί να ισχύει». Είπα και πάλι ότι η πρωτοβουλία θα είναι δική του και πως εκτιμήσαμε τη συνεχιζόμενη συνεργασία που έχουμε από τις ελληνικές στρατιωτικές αρχές για να διασφαλισθεί η ομαλή λειτουργία των εγκαταστάσεών μας.

[ΣΧΟΛΙΟ: τελικά, οι διακοπείσες από την κυβέρνηση Ράλλη, τον Ιούνιο του 1981, ενόψει εκλογών διαπραγματεύσεις επανελήφθησαν τον Σεπτέμβριο του 1982 και ολοκληρώθηκαν τον Ιούλιο του 1983 με την υπογραφή συμφωνίας παραμονής των βάσεων, τουλάχιστον, ως το 1989-90 με διαδικασία προειδοποιήσεων και παρατάσεων. Ο Ανδρέας Παπανδρέου και το ΠΑΣΟΚ δήλωναν ότι «οι βάσεις φεύγουν» και ότι υπήρχε συμφωνία τερματισμού της συμφωνίας, αλλά στο επίσημο κείμενο ο κρίσιμος όρος ήταν ο “terminable”, δηλαδή ότι η συμφωνία «μπορεί να»/«δύναται» να τερματιστεί.]

Καθώς σηκώθηκα να φύγω, ο Παπανδρέου είπε πως είχε εκτιμήσει τη δήλωση του υπουργού Εξωτερικών Χέιγκ σχετικά με την Ελλάδα μετά την έκδοση του ανακοινωθέντος του Βορειοατλαντικού Συμβουλίου στις Βρυξέλλες. Ωστόσο η δήλωση του Υπουργού για την Τουρκία στη συνέντευξη Τύπου του στις Βρυξέλλες, ερμηνεύεται στην Ελλάδα ως υποστήριξη προς το τουρκικό στρατιωτικό καθεστώς Ειδικά, είπε ο Παπανδρέου, επειδή ο Υπουργός στην τηλεόραση είχε φανεί να μιλά με τόσο συναίσθημα. Είπα ότι μου φάνηκε πιθανό ότι το «συναίσθημα» του Υπουργού να κατευθυνόταν προς τον ερωτώντα που φαινόταν να κάνει παραλληλισμό μεταξύ της κατάστασης στην Τουρκία και της κατάστασης στην Πολωνία. Αμφέβαλα ότι υπεράσπιζε καθεαυτή τη στρατιωτική κυβέρνηση στην Τουρκία. Όπως ο Παπανδρέου γνώριζε, υπάρχουν θεμελιώδεις διαφορές μεταξύ των δύο καταστάσεων. Ο Πρωθυπουργός είπε ότι το αναγνώριζε αυτό. Στην Πολωνία υπήρχε πραγματική, ευρεία διαδεδομένη αντίδραση των Πολωνών εργατών κατά του στρατιωτικού νόμου. Στην Τουρκία δεν υπήρχε τίποτα που να μπορούσε να περιγραφεί έτσι, αν και -πρόσθεσε- ως έχων φυλακιστεί από ένα στρατιωτικό καθεστώς δεν θα μπορούσε να πει ότι ήταν μια μορφή διακυβέρνησης που θα προτιμούσε για οποιαδήποτε χώρα.

[ΣΧΟΛΙΟ: υποθέτω ότι η παράλειψη του Παπανδρέου να διερευνήσει την πιθανότητα μίας επίσκεψης στην Ελλάδα από τον υπουργό Χέιγκ θα μπορούσε να είναι θέμα timing.]

Οι παρατηρήσεις του Υπουργού για την Τουρκία στη συνέντευξη Τύπου, αναφέρθηκαν από τον ελληνικό Τύπο μετά τη συνάντησή μου με τον Καραμανλή και στην περίπτωση των απογευματινών φύλλων, μετά την τηλεφωνική κλήση από το Γραφείο του Πρωθυπουργού για τη διευθέτηση της συνάντησής μου με αυτόν. Επομένως, είναι κατανοητό ότι αποφάσισε να μην εγείρει το θέμα ακόμα, αλλά όμως να χρησιμοποιήσει τη συνάντηση ως ένα τρόπο να θέσει ορισμένα πρόσθετα σημεία για την ελληνική εξωτερική πολιτική. Σκέφτομαι, με άλλα λόγια, ότι όταν ο ελληνικός Τύπος υποχωρήσει [στο θέμα αυτό] θα βολιδοσκοπηθούμε σχετικά με την προθυμία του Υπουργού να έρθει στην Αθήνα. Ενώ αυτό μπορεί να γίνει εδώ στην Αθήνα, θα μπορούσε επίσης να εγερθεί από τον πρέσβη Καρανδρέα στην πρώτη συνάντησή του με τον Υπουργό.

ΣΤΕΡΝΣ

 

[ΣΧΟΛΙΟ: τελικά, ο Αλ. Χέιγκ επισκέφθηκε την Αθήνα το Μάιο του 1982, αλλά τον Ιούλιο του ιδίου έτους αντικαταστάθηκε από τον Τζ. Σουλτς, ο οποίος ήρθε στην ελληνική πρωτεύουσα τον Μάρτιο του 1986 και αφού είχε μεσολαβήσει το καλοκαίρι του 1985 μεγάλη κρίση στις ελληνοαμερικανικές σχέσεις με την ταξιδιωτική οδηγία Ρέιγκαν.]

* Εκδότης του περιοδικού «Άμυνα & Διπλωματία» και σύμβουλος ξένων εταιριών μελέτης επιχειρηματικού ρίσκου για τη ΝΑ Ευρώπη.

bookmark icon