«Να μας κυβερνήσουν οι Γερμανοί, αφού δεν τα καταφέρνουμε»!

Βασίλης Καραποστόλης1497


Σε  τι μας  επιτρέπεται να  ελπίζουμε; Όλοι αναρωτιούνται, όλοι προσπαθούν να νιώσουν μέσα τους κάτι που ξεμυτάει δύσκολα. Γιατί εδώ και καιρό το να ελπίζει κανείς θεωρήθηκε περίπου ισοδύναμο της  αφέλειας. Όποιον αισθανόταν έτσι και το δήλωνε, τον κοιτούσαν όπως κάποιον που είναι πρόθυμος να χάψει οποιοδήποτε ψέμμα, προκειμένου να συνεχίσει να ζει κουτσά-στραβά.

Η ελπίδα σχεδόν γελοιοποιήθηκε. Και δεν είναι βέβαια αυτό φαινόμενο ούτε αποκλειστικά ελληνικό ούτε και ενέσκηψε τους τελευταίους μήνες. Είχε αρχίσει από πολύ καιρό εκείνη η διαβρωτική διαδικασία που μέσα στους χώρους της εργασίας, της  εκπαίδευσης, της διοίκησης, διέσπειρε την αμφιβολία και την επιφύλαξη απέναντι σε  οποιαδήποτε πεποίθηση με θετικό περιεχόμενο.

Μέντορες του συρμού, αναλυτές, εμπειρογνώμονες, ακόμη και πολιτικοί, φλυαρούσαν σχετικά με το πόσο αβέβαιος είναι ο κόσμος και το πόσο βεβιασμένο θα ήταν να ρισκάρει κανείς την παραμικρή πρόβλεψη. Ήσουν δυσαρεστημένος; Μπορούσες να πικραθείς, να επιρρίψεις ευθύνες στους υπαίτιους. Όχι όμως και να θελήσεις να ζεστάνεις την καρδιά σου με κάποια βεβαιότητα, έστω υπό δοκιμήν. Η ελπίδα κρίθηκε ξεπερασμένη και επιπλέον επικίνδυνη: από τις πολύ ζεσταμένες  καρδιές φαινόταν πιθανόν να ξεπεταχθεί ένας ανεξέλεγκτος φανατισμός.

Ελπίζοντας και πιστεύοντας

Κάθε εποχή, όμως, και κάθε πολιτισμός που θέλησε πραγματικά να αφήσει τη σφραγίδα του στην πορεία του κόσμου, τίμησε αυτό το αίσθημα  που το ειρωνεύεται ο σύγχρονος σκεπτικισμός. Χωρίς ελπίδα δεν θα ήταν δυνατόν οι Γάλλοι διαφωτιστές να απευθυνθούν στα πλήθη.

Ελπίζοντας και πιστεύοντας (γιατί αυτά τα δυο πάνε μαζί) στην ικανότητα των πεινασμένων μαζών να σκεφτούν λογικά, έγραψαν τα πολεμικά τους κείμενα ο Ρουσσώ και ο Βολταίρος. Και  με  το ίδιο πνεύμα ενήργησαν στη συνέχεια οι πολιτικοί ηγέτες  της επανάστασης. Ο «άπιστος» –όπως συχνά τον αποκάλεσαν– 18ος αιώνας πίστεψε  στον Λόγο. Όπως ο 19ος αιώνας πίστεψε στην Πρόοδο και ο 20ος στην Παραγωγικότητα.

Έπειτα ήρθαν οι γνώριμοι ενδοιασμοί, οι αμφιταλαντεύσεις, η μόδα μιας αμφιβολίας  που υποδυόταν την «βλάσφημη συνείδηση». Το αποτέλεσμα είναι ότι αντιμετωπίζουμε σήμερα προβλήματα που μας καίνε. Και την ίδια στιγμή διστάζουμε να ριχτούμε στη δράση, μην τυχόν και τσουρουφλιστούμε περισσότερο. Είναι χρήσιμο σε τέτοιες περιπτώσεις να μην ξεχνάμε αυτά που προηγήθηκαν.

Τι μας διδάσκει το παρελθόν

Ας γυρίσουμε, λοιπόν, πίσω το βλέμμα μας στον χρόνο. Τι βλέπουμε; Βλέπουμε την αρχαία ελληνική πόλη να διακηρύσσει την πεποίθησή της ότι οι θνητοί θα μπορούσαν  να γίνουν αθάνατοι, μέσω των λαμπρών τους έργων, των αφιερωμένων στο μεγαλείο της πόλης.

Βλέπουμε κατόπιν τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία να καυχιέται επειδή οι πολίτες δέχονται να εγκαταλείψουν την ατομικότητά τους και να γίνουν νομικά πρόσωπα. Ελπίζουν ότι αυτό  θα είναι προς το συμφέρον τους και πιστεύουν ότι το συμφέρον τους είναι ικανοί να το δουν.

Ανάλογη και η στάση των Βυζαντινών, παρά τις άλλες διαφορές στις αντιλήψεις. Η  «σωτηρία της ψυχής» και η σωτηρία του κράτους είναι γι’ αυτούς αλληλένδετες και αποτελούν τον πυρήνα του κοινού τους βίου. Πιστεύουν και στα δύο, αν και σε διαφορετικό βαθμό.

Αργότερα, παρόμοια θεμελίωση θα βρούμε στο νεοελληνικό πολιτισμό. Δεν θα πάψει η λαϊκή Μούσα να επιμένει ότι ο ελλαδικός άνθρωπος είναι καμωμένος για να μην υποτάσσεται σε ξένες θελήσεις, να απαιτεί και να κερδίζει ένα περιθώριο αυτεξούσιου, άλλοτε μικρότερο και άλλοτε μεγαλύτερο. Συνεχής ο αγώνας κι ο πόθος αμείωτος.

Η «αυθυποβολή της κατωτερότητας» και τα κεκτημένα ανωτερότητας

Θα πείτε και λοιπόν; Με όλα τούτα δεν φθάσαμε στη σημερινή κατάσταση; Η απάντηση είναι όχι. Δεν φθάσαμε στη σημερινή κατάσταση, επειδή κυριάρχησε η πίστη σε ανύπαρκτα πράγματα, αλλά  επειδή παραλύσαμε από δυσπιστία. Πρώτα απ’ όλα, απέναντι στον συλλογικό εαυτό μας.

Η κλασσική ψυχολογία το ονομάζει αυτό «αυθυποβολή της κατωτερότητας». Βαφτίζοντας αδιόρθωτα ελαττωματικό τον εαυτό του, ένα άτομο ή ένας λαός, τελικά φθάνει να φυτέψει βαθιά μέσα του το ελάττωμα και να δεχθεί ότι πραγματικά είναι αδιόρθωτος.

Από την άλλη πλευρά, όμως, υπάρχουν και μερικά κεκτημένα ανωτερότητας που δεν μας αφήνουν να ησυχάσουμε. Σε κάποιες περιστάσεις πιο παλιά φάνηκαν πως δεν μας έλειψαν ούτε το κουράγιο, ούτε οι ικανότητες. Δεν ήταν μόνο οι πόλεμοι. Ήταν και οι περίοδοι (μετά  τη  μικρασιατική καταστροφή, μετά τον εμφύλιο) όπου το διαλυμένο εθνικό νοικοκυριό έπρεπε επειγόντως να συμμαζευτεί.

Έχουμε όμως, τελικά, ελπίδα;

Αυτό που κρίνεται σήμερα είναι αν από εκείνα τα χρόνια φθάνει ακόμη ένας ορισμένος  σφυγμός, μια κάποια υπόμνηση της συλλογικής ζωτικότητας, ή εάν τα αγγεία του εθνικού οργανισμού σκλήρυναν και το αίμα παγώνει από μέρα σε μέρα. Πρέπει να απαντήσουμε σ’ αυτό.

Για να απαντήσουμε, όμως, πρέπει πρώτα να αφουγκραστούμε το ίδιο το σώμα μας. Όταν χτυπάει ένα νεύρο μέσα μας, όταν μια φλέβα φουσκώνει, θα πιστέψουμε άραγε  ότι αυτό είναι ένα σήμα ζωής, ή θα πούμε ότι πρόκειται για τους σπασμούς ενός μελλοθάνατου;

Εξαρτάται από εμάς. Εξαρτάται εάν θέλουμε να αναλάβουμε τις δυνατότητές μας. Ή εάν  αρκεστούμε να θυμώνουμε, να ξεθυμαίνουμε για λίγο και να ξαναφουντώνουμε, όντας  βέβαιοι ότι για τίποτα καλύτερο δεν είμαστε άξιοι.

«Όποιος δεν δημιουργεί τίποτα, θεωρεί ότι τα πάντα είναι ένα τίποτα», έλεγε ο Γκαίτε. Υπάρχουν, όμως, και χειρότερα. Είναι να δέχεται κάποιος ότι αν τον υποκαταστήσει ένας άλλος στην ίδια του τη ζωή, θα είναι καλύτερα γι’ αυτόν. «Να μας κυβερνήσουν οι  Γερμανοί, αφού δεν τα καταφέρνουμε». Αυτό δεν λένε μερικοί; Και δεν είναι ακόμη πιο θλιβερό εάν αυτοί που το λένε είναι είκοσι χρονών;

bookmark icon