Ο Μίκης μιλάει για τον Μάνο

-1136


«Σχεδόν όλος ο κόσμος μας ταυτίζει. Τουλάχιστον ως μουσικούς», γράφει ο Μίκης Θεοδωράκης για τον Μάνο Χατζηδάκι. Συναντήθηκαν για πρώτη φορά το φθινόπωρο του 1944 και έκτοτε υπήρχε μεταξύ τους μια διαρκής επικοινωνία άμεση ή έμμεση που χαρακτηριζόταν από εκτίμηση, θαυμασμό αλλά και αντιπαλότητα, από συνεργασία αλλά και πολεμική.

«Η αντίθεσή μας ειδικά ως προς τη μουσική υπήρξε ριζική. Εγώ ξεκίνησα με τη φιλοδοξία να γίνω κάποτε συμφωνιστής. Εκείνος κατέληξε να ερμηνεύει και μάλιστα με ένα δικό του μουσικό συγκρότημα, συμφωνικά έργα. Εγώ δεν εμπιστευόμουν την έμπνευση, αλλά εργάσθηκα σκληρά για να αποκτήσω τεχνική, εκείνος απολάμβανε τη ζωή του και εμπιστευόταν το ένστικτο και την ιδιοφυία του.

»Αλλά και σε σχέση με τη λαϊκή μας μουσική -ανεξαρτήτως του αποτελέσματος- οι αντιλήψεις και οι πρακτικές μας ήσαν εντελώς αντίθετες. Και νομίζω ότι αντανακλούσαν τις ιδεολογικές και πολιτικές μας αντιλήψεις. Ίσως ο Μάνος να αποδείχτηκε τελικά περισσότερο ρεαλιστής απέναντι στην έννοια Λαός από μένα που αμέσως μετά την Κατοχή τον αντιμετώπιζα με έντονη ρομαντική διάθεση, σαν απόλυτη ηθική και πολιτιστική αξία».

Αυτοκριτική

Στον τελευταίο συλλογισμό του Μίκη Θεοδωράκη εμπεριέχεται ένα είδος πολιτικής αυτοκριτικής που παραδόξως δικαιώνει τον Μάνο Χατζηδάκι. Η μυθοποιημένη έννοια του Λαού για έναν αριστερό όπως ο Θεοδωράκης, η βάση ίσως της πολιτικής και αισθητικής αντιπαράθεσής τους, εκείνο που καθόρισε τη στάση του καθενός απέναντι στο λαϊκό τραγούδι, σκάει σαν πομφόλυγας.

Η αφ’ υψηλού, εκλεκτική, λόγια και ίσως αριστοκρατική στάση του Χατζηδάκι είχε σύμφωνα με τον Θεοδωράκη ως συνέπεια να αντιμετωπίσει το λαϊκό τραγούδι «απ’ έξω και εκ των άνω», ενώ εκείνος (ο Θεοδωράκης), «ζυμωμένος και ταυτισμένος με αυτό το ασαφές αμάλγαμα, τον Λαό», ένιωθε πραγματικά σαν λαϊκός συνθέτης (προσθέτοντας και το «έντεχνο»), δηλώνοντας μαθητής των Τσιτσάνη-Βαμβακάρη.

Εντούτοις, η αυτοκριτική του Θεοδωράκη συνεχίζεται και εκδηλώνεται με το θαυμασμό του για την πολιτική σκέψη και την οξυδερκή ανάλυση της ελληνικής πολιτικής πραγματικότητας από τον Μάνο Χατζιδάκι. «Θυμάμαι τη συζήτησή μας στο καθιστό του Λουμίδη» σημειώνει ο Μίκης, «όταν τα σύννεφα του Εμφύλιου σκέπαζαν τον ουρανό της Ελλάδας και όλοι μας προβληματιζόμαστε για το μέλλον. Ήταν άνοιξη του 1947. Ο Μάνος αναλύοντας την κατάσταση λέει: “Το ΕΑΜ έχασε οριστικά τη μάχη. Είναι μάταιο να διακυβεύ­ουμε τη ζωή μας και το ταλέντο μας σε μια χαμένη υπόθεση…”.

»Όσο κι αν τα γεγονότα ήσαν δύσκολα για την Αριστερά, δεν υπήρχε τότε ούτε ένας αριστερός που να πίστευε κάτι τέτοιο. Το ίδιο κι εγώ. Έτσι, όταν βρέθηκα σε λίγο εξόριστος στην Ικαρία, ενθυμούμενος τη συζήτηση αυτή, του έγραφα κι αυτός μου απαντούσε πάντοτε πάνω στο ίδιο πρόβλημα: το μέλλον της πατρίδας μας. Τελικά ξανασμίξαμε μετά το τέλος του Εμφύλιου. Στο μεταξύ, όταν για ένα διάστημα ήμουν παράνομος στο 1948, ο Μάνος φρόντιζε να με κρύβει σε φιλικά του σπίτια με κίνδυνο να συλληφθεί και να τιμωρηθεί γι’ αυτό».

Στη χρήση των οργάνων

Στον τομέα της μουσικής, η διαφορά των δύο μεγάλων συνθετών κατέστη έκδηλη περισσότερο ίσως από οτιδήποτε άλλο στη χρήση των οργάνων. Ενώ δηλαδή ο Μάνος Χατζιδάκις χρησιμοποίησε το μπουζούκι μόνο στα τραγούδια κινηματογραφικών ταινιών -που δεν τα “υπέγραφε”, αντιθέτως στα έργα που υπέγραφε, όπως στον “Ματωμένο Γάμο” ή τις “Έξι Λαϊκές Ζωγραφιές”, τις λαϊκότροπές του μελωδίες, όπως και τις μελωδίες των λαϊκών συνθετών που χρησιμοποιούσε, τις εμπιστευόταν σε “λόγια” όργανα, όπως το βιολοντσέλο και το πιάνο.

«Ακόμη και στη δική του εκδοχή του “Επιτάφιου” χρησιμοποίησε μαντολίνο αντί για μπουζούκι», σημειώνει ο Θεοδωράκης. Ο ίδιος ο Μίκης Θεοδωράκης θεωρεί ότι ο Μάνος Χατζιδάκις της μεταπολίτευσης αποβάλει τα «αριστοκρατικά του στοιχεία» και επιστρέφει «όλο και πιο πολύ στις εφηβικές του αριστερές ρίζες. Στο τέλος οδηγήθηκε σε μια θαυμαστή ωριμότητα που αντανακλούσε υπευθυνότητα και σοφία. Έτσι, συνέλαβε και εξέφραζε την ουσιαστική προοδευτική ουσία της ιστορικής συγκυρίας. Η εποχή αυτή συνέπεσε με τον καινούργιο του Έρωτα: την Ορχήστρα των Χρωμάτων, που το μεγάλο πάθος του γι’ αυτήν φοβάμαι άτι τον έκανε συχνά να υποβάλλει τον εαυτό του σε τόσο και τέτοιο άγχος και μόχθο, που τον οδήγησαν σε πρόωρο τέλος».

Αλλά τι διέκρινε στον άνθρωπο Μάνο Χατζιδάκι, ο Μίκης Θεοδωράκης; Πρώιμη ωριμότητα, θερμό χαρακτήρα, ευφυία και αντίληψή «που τον καθιστούσαν ξεχωριστό μέσα στο περιβάλλον και στην εποχή του. Παράλληλα διέθετε ένα άκρως ευαισθητοποιημένο ένστικτο και εκλεπτυσμένο γούστο που τον βοηθούσε να ανακαλύπτει την ομορφιά και την αλήθεια όταν οι άλλοι ήσαν ακόμη ανυποψίαστοι.

Στο Μάνο Χατζιδάκι «προείχε η φιλική του διάσταση. Αυτή που του προσέδιδε ένα βαθύτατο ανθρώπινο χαρακτήρα στις σχέσεις του. Και ακόμη πιο πολύ νομίζω, το στοιχείο της αγάπης. Για μένα αυτό το τελευταίο ήταν που με γοήτευε και με συγκινούσε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Ο άνθρωπος Χατζιδάκις, σημαδεμένος από τον αβάσταχτο πόνο της αγάπης, φάνταζε στα μάτια μου δυνατός, αλλά και ευάλωτος. Έτσι, ανεξάρτητα από τις περιπέτειες των σχέσεών μας, ένιωθα πάντα μια απέραντη τρυφερότητα για τον ευάλωτο Χατζιδάκι που προσπαθούσε με κάθε τρόπο να κρύψει από τους ξένους τη βαθιά πληγή της αγάπης που τον έκαιγε, αλλά και τον ανανέωνε συγχρόνως. Ήμουν γι’ αυτόν σε κάθε δύσκολη στιγμή του ο μεγάλος του αδελφός. Στις προσωπικές μας σχέσεις μου άρεσε να τον ακούω να μιλάει. Δεν τον διέκοπτα ποτέ και πάντα συμφωνούσα με τις όποιες ιδέες, σχέδια, οράματά του. Απέπνεε σε κάθε στιγμή αυθεντικότητα, πρωτοτυπία και πολύ συχνά μαγεία. Νομίζω πως ναι, η μαγεία ήταν το αποκαλυπτικό στοιχείο του Χατζιδάκι», γράφει ο Μίκης Θεοδωράκης, αναφερόμενος στο μεγάλο ομότεχνό του.

Kαι καταλήγει: «Έτσι, η αρχή της δεκαετίας του ’50 βρίσκει τον Μάνο σε πλήρη συνθετική ακμή και λάμψη. Η αυτοπεποίθηση που του έδινε η παραδοχή του από την παντοδύναμη τότε αθηναϊκή ιντελιγκέντσια τον ωρίμασε καλλιτεχνικά και τον οδήγησε στη δημιουργία κορυφαίων έργων που έκτοτε σημάδεψαν τη σύγχρονη ελληνική μουσική. Βλέποντας τώρα τις ομοιότητες και τις διαφορές μας με την απόσταση του χρόνου, νομίζω ότι ο ελληνικός λαός έχει τελικά δίκιο να μας ταυτίζει. Κι αυτά γιατί θεωρώ πως η μεγαλύτερη ίσως προσφορά μας υπήρξε η συμβολή μας στην εξέλιξη και διαμόρφωση του ελληνικού τραγουδιού. Ενώ η κοινή μας αγάπη για την ποίηση και τους ποιητές οδήγησε την έμπνευσή μας σε κείμενα μεγάλης αξίας που ντυμένα στις μελωδίες μας έγιναν κτήμα μιας μεγάλης μερίδας του ελληνικού λαού».

Πηγή: Επτά Ημέρες-Καθημερινή

bookmark icon